διακρινόμενος

διακρῑνόμενος , διακρίνω
separate one from another
pres part mp masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ИОАНН ЭГСКИЙ — (Диакриномен) [греч. ᾿Ιωάννης ὁ Αἰγεάτης, ὁ Διακρινόμενος] (кон. V нач. VI в.), визант. церковный деятель, несторианин, историк, богослов. Сведения об И. Э. исчерпываются лишь неск. упоминаниями о нем в разнородных источниках, к рые содержат ряд… …   Православная энциклопедия

  • MOSES — I. MOSES Episcopus Ismaelitarum, illorum conversioni intentus, saecul. 4. Vide Mauvia. Item Rabbinus, qui Talmud docere Cordubae incepit, An. 999. II. MOSES impostor, A. 432. Iudaeos Cretenses, ut in mare se sequentes praecipitarent, effecit.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εμφανής — ές (AM ἐμφανής, ές) ο καθαρά διακρινόμενος, έκδηλος, κατάδηλος, ορατός, φανερός, ολοφάνερος αρχ. μσν. επιφανής, σημαντικός, ένδοξος («ἀποσταλεὶς ἀνήρ Αἰγύπτιος», Διόδ. Σικ.) μσν. 1. φρ. «ἐμφανὴς γίγνομαι» παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι 2. φρ. «εἰς τὸ …   Dictionary of Greek

  • ευχόρευτος — –ον εὐχόρευτος, ον (Α) (για τον Πάνα) ο διακρινόμενος στον χορό …   Dictionary of Greek

  • κοινός — ή, ό (AM κοινός, ή, όν, Α αττ. ποιητ. τ. κοινός, όν) 1. αυτός που ανήκει σε πολλούς μαζί, που κατέχεται όμοια από πολλούς ή που χρησιμοποιείται από πολλούς, δημόσιος (α. «κοινή είσοδος» β. «τὸν ἥλιον τὸν κοινὸν ἡμῑν», Μεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • στυλίστας — και στιλίστας, ο, Ν συγγραφέας διακρινόμενος για την κομψότητα και τη γλαφυρότητα τού ύφους του. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. styliste < style (βλ. και λ. στυλ)] …   Dictionary of Greek

  • Βασίλειος ο Μέγας — (Καισάρεια 330; – 379). Πατέρας, οικουμενικός διδάσκαλος και άγιος της Εκκλησίας. Γόνος ευγενούς οικογένειας, γνωστής για την ευσέβεια και την προσφορά της στην εκκλησία πολλών θεολόγων και εκκλησιαστικών ανδρών, έγινε επίσκοπος Καισαρείας και… …   Dictionary of Greek

  • Μυράτ, Μήτσος — (Σμύρνη 1878 – Αθήνα 1964). Ηθοποιός του θεάτρου. Σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και κατόπιν φιλολογία και θεατρική τέχνη στο Παρίσι. Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή, το 1900, στη Σμύρνη με τον θίασο του Δημήτριου Κοτοπούλη· τον ίδιο χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • Ροζάν, Νικόλαος — (Κωνσταντινούπολη 1883 – Αθήνα 1951). Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου. Από Γάλλο πατέρα, πρωτοεμφανίστηκε το 1902 στη Νέα Σκηνή του Χρηστομάνου και μετά μπήκε στο Βασιλικό Θέατρο, όπου έμεινε έως τη διάλυσή του (1908) και διακρίθηκε σε μεγάλους… …   Dictionary of Greek

  • ԵՐԿՄԻՏ — (մտի, տաց.) NBH 1 0694 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 10c, 14c ա. δίθυμος, διακρινόμενος, ἅπορων discors, haesitans, ddubius Որ է յերկուս միտս, որպէս երկբայութեամբ վարանեալ. թերահաւատ. տարակուսեալ. խարդախ մտօք. ... *Զի որ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.